Ανήκει στην κατηγορία των λιποδιαλυτών βιταμινών, η οποία παράγεται στον οργανισμό μας μέσω της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία αλλά υπάρχει και σε πολλά τρόφιμα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) συνιστά έκθεση του προσώπου και των χεριών στον ήλιο 30 λεπτά ημερησίως για τη βέλτιστη παραγωγή βιταμίνης D από τον οργανισμό μας.

Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ

1. Είναι απαραίτητη στην αξιοποίηση του ασβεστίου (απορρόφηση ασβεστίου στο έντερο και μεταφορά του στα οστά)
2. Συμμετέχει στο μεταβολισμό του κιτρικού οξέος όπως και στο μεταβολισμό οστών και δοντιών
3. Συμβάλλει στη ρύθμιση των επιπέδων του φωσφόρου και των αμινοξέων στο αίμα
4. Είναι απαραίτητη για ποιοτικό ύπνο
5. Συμβάλλει στη μείωση του άγχους
6. Συμβάλλει στην ενεργοποίηση και αντιγραφή 3005 γονιδίων
7. Συμβάλλει στην παραγωγή 200 ενδογενών αντιβιοτικών ουσιών από το ίδιο το σώμα
8. Μειώνει τις επιπτώσεις από τον καρκίνο του μαστού μέχρι και 77%
9. Μειώνει τις επιπτώσεις από τον καρκίνο του παχέος εντέρου
10. Μειώνει τις επιπτώσεις από τον καρκίνο του προστάτη
11. Μειώνει τις επιπτώσεις του διαβήτη σε ενήλικες και παιδιά
Τα αίτια έλλειψης της βιταμίνης D είναι ποικίλα, όπως διατροφή φτωχή σε τροφές που περιέχουν βιταμίνη D, ανεπαρκής έκθεση στον ήλιο, νόσος του ήπατος ή του νεφρού που εμποδίζουν την ενεργοποίηση της βιταμίνης D ή εντερικές διαταραχές που καθιστούν αδύνατη την απορρόφησή της. Έλλειψη της βιταμίνης D μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, χρόνια κόπωση, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακά νοσήματα, ραχίτιδα (κακή ανάπτυξη και αδυναμία των οστών), τετανία (συνεχής τονικός σπασμός σε κάποιο μυ με συμπτώματα όπως κράμπες, σπασμούς στα χέρια και στα πόδια, λαρυγγόσπασμος) και οστεομαλακία (αδύναμα, εύθραυστα οστά, κατάγματα, οστικός πόνος). Οι κύριες διατροφικές πηγές της βιταμίνης D: είναι τα λιπαρά ψάρια (ρέγκα, σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα), ο τόνος, ο κρόκος αυγού, το αγελαδινό γάλα όπως και τρόφιμα εμπλουτισμένα με βιταμίνη (π.χ. δημητριακά).
Για να μετρηθούν τα επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό, χρησιμοποιείται πάντα η αιματολογική εξέταση «25 υδροξυβιταμίνη D» ή χαλκιδιόλη ή εν συντομία 25(OH)D. Η εξέταση αυτή μετράει την αποθηκεύσιμη μορφή της D. Καλό θα είναι η τιμή του δείκτη να κυμαίνεται κατ’ ελάχιστο από 40 έως 50 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο (ng/mL). Άρα, οι ανάγκες ενός υγιούς οργανισμού αρχίζουν να καλύπτονται όταν η 25(OH)D είναι στα 40 έως 50 ng/mL, με αποτέλεσμα, πάνω από το επίπεδο αυτό, ο οργανισμός να αρχίζει να αποθηκεύει D3 για μελλοντική χρήση. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι όσο πιο κάτω είναι το επίπεδό μας από τα 40-50 ng/mL, τόσο μεγαλύτερη έλλειψη σε βιταμίνη D έχει ο οργανισμός μας.
Αλεξία Ποταμίτου
κλινική διαιτολόγος – διατροφολόγος [email protected]